Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Jason Bourne (2016)

Εννιά χρόνια μετά την τελευταία ταινία της τριλογίας, ο Jason Bourne, ένας από τους πιο δημοφιλείς και επιδραστικούς ήρωες δράσης της προηγούμενης δεκαετίας, επιστρέφει εκεί που τον άφησε το «Τελεσίγραφο». Σε εκείνο το σημείο, δηλαδή, όπου δεν υπάρχει κανένας λόγος συνέχισης της σειράς, παρά η ακόρεστη μανία των στούντιο να χτίζουν ατελείωτα franchises με κάθε ευκαιρία, αλλά ας μη συνεχίσουμε να επισημαίνουμε τα αυτονόητα. Νέες πληροφορίες για το παρελθόν του Bourne έρχονται στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένα ακόμη κυνήγι γάτας και ποντικού μεταξύ του ακούραστου υπερκατασκόπου και των μυστικών υπηρεσιών, ακολουθώντας πιστά τη συνταγή των προηγούμενων ταινιών: Η Alicia Vikander είναι η υπεύθυνη της επιχείρησης εκδίωξης του Bourne, ο Tommy Lee Jones υψηλό στέλεχος της CIA στο οποίο εκείνη λογοδοτεί κι ο Vincent Cassel ο μυστικός εκτελεστής που αναλαμβάνει τις βρώμικες δουλειές, όλοι τους στο κατόπι του Bourne, που ξεφεύγει διαρκώς με αυτοκίνητα, μηχανάκια και παρκούρ.

Είναι σαφές πως το «Jason Bourne» δεν έχει κάτι καινούριο να προσφέρει στο θεατή ή και στο ίδιο το franchise του, καθώς αναμασά κατά γράμμα την επιτυχημένη συνταγή που έχουμε ήδη δει άλλες τρεις φορές. Εντός αυτού του πεδίου ασφαλείας όμως, το φιλμ αναπαράγει στην εντέλεια ό,τι οφείλει. Οι καταδιώξεις και οι σκηνές δράσης είναι εκρηκτικές και ανεξάντλητες, πάντα με το γνωστό στυλ του Paul Greengrass (χειροκίνητη κάμερα και φρενήρες μοντάζ) που διαθέτει ακούραστη ενέργεια, αν και μπορεί εύκολα να φανεί αποπροσανατολιστικό -ίσως εξαρτάται από τον θεατή. Πάντως υπάρχουν εδώ ορισμένες αληθινά εντυπωσιακές σκηνές, ενώ η σεναριακή εξέλιξη είναι όσο καταιγιστική και ιντριγκαδόρικη θα ανέμενε κανείς. Το ρεαλιστικό ύφος ενός φιλμ που πατά και με τα δύο πόδια στην πραγματικότητα ενισχύεται επίσης από συνεχείς αναφορές σε γεγονότα της παγκόσμιας επικαιρότητας, από τον Edward Snowden μέχρι τις αντιμνημονιακές συγκεντρώσεις στο κέντρο της Αθήνας (!), στον… ρόλο της οποίας βλέπουμε την ισπανική Τενερίφη, αφού η ελληνική γραφειοκρατία παραμένει υπερβολικά απωθητική προς τις ξένες κινηματογραφικές παραγωγές. Σε αυτά τα πλαίσια, θέλοντας να υιοθετήσει έναν ουσιώδη κοινωνικό χαρακτήρα, το σενάριο αγγίζει το καίριο θέμα της μαζικής κυβερνητικής παρακολούθησης μέσω των social media, γεγονός που θα ήταν κάτι περισσότερο από ευπρόσδεκτο αν δεν είχε χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ τελευταία ως εύκολη κοινωνική προέκταση των σύγχρονων χολιγουντιανών μπλοκμπάστερ.

Αν όμως υπάρχει εδώ κάτι που κάνει πραγματικά τη σειρά να μοιάζει κουρασμένη -παρά την ποιοτική συνέπεια που εξακολουθεί να αναδεικνύει στα πλαίσια του σινεμά δράσης- είναι το σημείο εκκίνησης της ιστορίας. Κινητήρια δύναμη του Bourne ήταν ανέκαθεν η ανάγκη του να ξεδιπλώσει το νήμα του ξεχασμένου παρελθόντος του. Εδώ πια, που δεν υπάρχουν άλλες ερωτήσεις για να απαντηθούν, το σενάριο του Paul Greengrass και του μοντέρ του Christopher Rouse (για πρώτη φορά χωρίς καμία ανάμειξη του Tony Gilroy) βρίσκει την αφορμή της ύπαρξής του εφευρίσκοντας τις ερωτήσεις. Αυτές πλέον μοιάζουν με διαδικαστική υποχρέωση για την πυροδότηση της πλοκής, με τις απαντήσεις κατά συνέπεια να μας αφορούν ελάχιστα. Όσο καλοστημένη κι αν είναι λοιπόν ετούτη η κατασκοπική περιπέτεια, πώς να ενθουσιαστείς από το επανασερβίρισμα των γνώριμων ξαναζεσταμένων συστατικών, όταν δεν σε ενδιαφέρει καν ο λόγος για τον οποίο αυτό πραγματοποιείται;

 Βαθμολογία: 2.5/5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου