Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

The secret life of Walter Mitty / Η κρυφή του Γουόλτερ Μίτι (2013)

Κατ’ αρχάς, το υπέροχο βασικό στόρι θα μπορούσε να προορίζεται για μια αληθινά εξαιρετική ταινία. Η ιστορία του συμπαθούς ονειροπόλου Walter Mitty, που, με αφορμή μια επαγγελματική υποχρέωση, αποφασίζει να πραγματοποιήσει μια λυτρωτική έξοδο από την άχρωμη καθημερινότητά του, συνδυάζει την έμπνευση της κεντρικής της σύλληψης με την πηγαία ευαισθησία που χρειάζεται για να σε μαγέψει. Και εντέλει, το πετυχαίνει. Το γεγονός όμως πως η ταινία αποτελεί μια καθαρά χολιγουντιανή παραγωγή, με έκδηλα εμπορικό προσανατολισμό, είναι ο απλός λόγος που δεν αγγίζει το μέγιστο των δυνατοτήτων της. Μερικές εύκολες λύσεις, μικρές, μα καθόλου δυσδιάκριτες στιγμές σκηνοθετικής απλοϊκότητας ή υπερβολής, στα πλαίσια του εμπορικού συμβιβασμού, και λίγο πιο εύπεπτο απ’ όσο θα μπορούσε θέαμα δεν επιτρέπουν στην ταινία να ριζώσει μέσα σου ως μια βαθιά συγκινητική και, ίσως, αξέχαστη εμπειρία.

Με τη σκέψη, όμως, ή τη συναισθηματική επίδραση του φιλμ να μη σβήνει γρήγορα, δεν είναι τα όποια μικροελαττώματά του που μένουν στο νου. Ακόμα κι αν μάλλον θα λειτουργούσε καλύτερα ως ανεξάρτητη παραγωγή, η κινηματογραφική της δύναμη είναι ικανή να σε κάνει, ειλικρινά, να την ερωτευτείς. Ο Ben Stiller, παρά την αισθητά εμπορικής λογικής σκηνοθεσία του, δείχνει να νοιάζεται και να αγαπά τον ήρωά του. Εμφυσά στην ταινία ψυχή και μια έντονη ανθρωπιά, χωρίς να χάνει ποτέ το κέφι και την ευχάριστη διάθεσή του. Συνοδοιπόροι του Stiller (και του θεατή) σε αυτό το πανέμορφο ταξίδι προς την προσωπική απελευθέρωση είναι το έξυπνο χιούμορ των απολαυστικών ονειροπολήσεων του ήρωα, τα εκθαμβωτικά τοπία (οι σκηνές στα Ιμαλάια είναι σκέτη μαγεία), ο Sean Penn στον ομώνυμο ρόλο του περιπετειώδη Sean O’Connel να αποτίει (ηθελημένα, λογικά) φόρο τιμής στο δικό του «Into the wild» και το υπέροχο «Space oddity» του David Bowie να παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του στόρι.

Αξίζει λοιπόν να αφήσετε τον Walter –Major Tom- Mitty να σας παρασύρει σε αυτό το απόλυτα ψυχαγωγικό και απολαυστικότατο ταξίδι ενηλικίωσης, μία από τις πιο ειλικρινείς στιγμές του αμιγώς εμπορικού αμερικανικού κινηματογράφου, που διαπνέεται από βαθιά αισιοδοξία και πίστη στον άνθρωπο.

Βαθμολογία: 3.5/5

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

The world's end / Το τέλος του κόσμου (2013)

Σαραντάρης με καρδιά εφήβου, αρνούμενος να δεχτεί τις συμβάσεις που επιτάσσει η «ομαλή ένταξη» στην κοινωνία, επιδιώκει reunion της σχολικής του παρέας με στόχο να επαναλάβουν την πιο αξέχαστη νύχτα των νιάτων τους. Το σχέδιο είναι να ολοκληρώσουν αυτό που δεν κατάφεραν τότε, δηλαδή να επισκεφτούν για μπύρα και τις δώδεκα παμπ της γενέτειράς τους μέσα σε ένα βράδυ, με την παμπ-γραμμή λήξης του μαραθωνίου τους να φέρει, ευφυώς, την ονομασία «The world’s end»…

Περίπου στα πρώτα σαράντα λεπτά, αρχίζει να «στριμώχνεται» δεξιοτεχνικά στο (ήδη απολαυστικότατο) στόρι μια εξωγήινη εισβολή που προορίζεται να κάνει το όνομα της παμπ κυριολεκτικό και να μεταμορφώσει την ταινία σε ένα αξιοπρεπέστατο κλείσιμο μιας τριλογίας που δεν θα ξεχαστεί γρήγορα. Οι δημιουργοί των «Shaun of the dead» και «Hot fuzz» επιστρέφουν με όλο το απαιτούμενο κέφι και την έμπνευση για να παραμείνουν πιστοί στο πνεύμα των δύο προηγούμενων ταινιών τους και να παραδώσουν άλλη μία ισάξιά τους κωμωδία.

Για μία ακόμη φορά λοιπόν, υπάρχει ξεκαρδιστικό χιούμορ, ο γνωστός ενθουσιώδης σκηνοθετικός ρυθμός και ένα αληθινά απολαυστικό επιτελείο ηθοποιών, με τον κορυφαίο Simon Pegg να εντυπωσιάζει από τα πρώτα δευτερόλεπτα της εμφάνισής του χάρη στο αξιοθαύμαστο κωμικό ταλέντο του. Παραδοσιακά, ο συνδυασμός (περισσότερο για τέτοιον πρόκειται, παρά για διακωμώδηση) άλλων ειδών με την κωμωδία –εδώ alien invasion movies- λειτουργεί άκρως ψυχαγωγικά. Περιέργως πάντως, πρόκειται για τη λιγότερο βίαιη από τις τρεις ταινίες, με το μόνο αίμα που απεικονίζεται να είναι… μπλε.

Ένα βασικό πρόβλημα του φιλμ είναι πάνω-κάτω το ίδιο που προσωπικά εντόπισα και στα δύο προηγούμενα της τριλογίας. Η κωμική του δύναμη ελαττώνεται σχετικά όσο πλησιάζει προς το φινάλε του, αυτή τη φορά όμως όχι τόσο επειδή υποσκιάζεται από το περιπετειώδες στοιχείο, όσο λόγω μιας αφέλειας που την εμποδίζει να φτάσει το επίπεδο που διατηρούσε μέχρι τότε.

Αν τα όποια μικροπροβλήματα πάντως ενδέχεται να χαμηλώσουν προσωρινά τον ανέλπιστα υψηλό πήχη του fun, δεν επηρεάζουν επί της ουσίας την τελική επίγευση. Κι αυτό γιατί η ταινία, πέρα από τη θετική της ενέργεια που σε κρατά με ένα αβίαστο χαμόγελο στα χείλη για 110 λεπτά, διαθέτει ένα σταθερό εσωτερικό νοηματικό υπόβαθρο. Ακόμα κι αν η προσπάθειά της να το υποστηρίξει γίνεται λίγο απλοϊκή στο φινάλε, αυτό υπάρχει και το μήνυμα που μεταφέρει είναι τουλάχιστον ευπρόσδεκτο. Και δεν είναι άλλο από την ίδια τη στάση που –ανώριμα, μα ειλικρινά- κρατά ο ήρωας/αντιήρωας του Pegg. Όπως επανειλημμένα αναφέρει κι ο ίδιος, το μόνο που θέλει είναι να περνά καλά. Στόχος δηλαδή της ζωής (ειδικά και γενικά) είναι η ευτυχία, μέσα από την ουσιαστική ελευθερία και όχι με τη σημασία που της δίνει ο συμβατικός τρόπος ζωής που έχει επιβάλλει η κοινωνία. Ο Pegg, προσπαθώντας να επιστρέψει στη μόνη εποχή της ζωής του που στ’ αλήθεια είχε περάσει καλά, αυτή των νιάτων του (πριν αισθανθεί ολότελα ξένος σε μια κοινωνία όπου αδυνατεί να ενταχθεί), δείχνει εκκεντρικός και απροσάρμοστος, σε βαθμό γελοιότητας. Το αξιοσημείωτο εδώ όμως είναι το πόσο γελοίοι φαντάζουν επίσης οι «ώριμοι» φίλοι του, με τους δυσλειτουργικούς γάμους τους, τα «σοβαρά» γραφεία τους, τα καλοσιδερομένα κουστούμια τους και τα Bluetooth που έχουν γίνει μόνιμη προέκταση του αυτιού τους. Μια έμμεση κριτική του τρόπου που η κοινωνία έχει αλλοιώσει την αγνή έννοια της ευτυχίας και, γιατί όχι, της ζωής. Μάλιστα, οι ίδιοι οι εξωγήινοι-«κατακτητές» παρουσιάζονται ως οι υπεύθυνοι για την τεχνολογική μας ανάπτυξη –που φυσικά είναι άμεσα συνδεόμενη με τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σαν να χαρακτηρίζεται ο τελευταίος ως ξένος, μη φυσιολογικός, επιβαλλόμενος. Και σίγουρα όχι «αγνός», όπως αυτός που αποζητά ο πρωταγωνιστής και που, κατ’ επέκταση, έχει ανάγκη η ανθρωπότητα.

Με λίγα λόγια, πρόκειται για το ιδανικό κλείσιμο μιας αγαπημένης τριλογίας, το οποίο προσφέρει «από καρδιάς» αληθινό κέφι. Όπως και οι προκάτοχοί του «Shaun of the dead» και «Hot fuzz», δεν προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από αυτό που είναι και δεν κρύβει τα ελαττώματά του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εσωκλείει ουσία και να έχει κάτι (πολύ) ενδιαφέρον να πει. Κακά τα ψέμματα όμως. Πάνω απ’ όλα, βλέποντάς το περνάς απλά… γαμάτα. End of story.

Βαθμολογία: 3/5
The Three Flavours Cornetto trilogy

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

American hustle / Οδηγός διαπλοκής (2013)

Δεύτερος… «Οδηγός» από τον David O. Russel («Διαπλοκής», μετά τον «Αισιοδοξίας»), με καλύτερες επιδόσεις, αυτή τη φορά, στο είδος που υπηρετεί. Ψεύτικες ταυτότητες, απάτες και συνομωσίες ανάμεσα σε FBI, μαφία και μικροαπατεωνίσκους θα μπορούσαν εύκολα να κουράσουν έναν ανεξοικείωτο με το είδος θεατή, ειδικά όταν συνδυάζονται με τη σύγχρονη χολιγουντιανή συνήθεια του γρήγορου ρυθμού και της χαοτικά ασταμάτητης πληροφορίας, που έχουν ως συνέπεια (και, ίσως, στόχο) τα δυσδιάκριτα σεναριακά κενά. Αν όμως ο «Οδηγός αισιοδοξίας» (που, πέρα από τον παρόμοιο τίτλο, θεματικά δεν έχει καμία συγγένεια με τον «Οδηγό διαπλοκής») δεν προσέφερε κατά τη γνώμη μου τίποτα καινούριο στην κορεσμένη αμερικανική rom-com, η νέα ταινία του Russel καταφέρνει να εκπλήξει ευχάριστα. Όχι γιατί είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί, αλλά απλώς επειδή δεν παίρνει τον εαυτό της απολύτως στα σοβαρά.

Ο Russel σκηνοθετεί με κέφι και το χάρμα οφθαλμών καστ του δείχνει να το διασκεδάζει, με αποκορύφωμα τον απρόσμενα απολαυστικό Bradley Cooper. Παραδόξως, η Jennifer Lawrence μου φάνηκε να προσπαθεί λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε να δώσει μια σαφούς οσκαρικού προσανατολισμού ερμηνεία, χωρίς ωστόσο αυτό να μειώνει κατ’ ανάγκη την σταθερά μεγάλη ερμηνευτική της δύναμη. Επιπλέον, μία απολαυστική cameo εμφάνιση από τον Robert DeNiro στον πιο κατάλληλο ρόλο και ένα τέλεια ταιριαστό soundtrack συνθέτουν ένα διασκεδαστικότατο crime-movie, με λίγο «τσιμπημένη» διάρκεια, αλλά και αρκετές οσκαρικές υποψηφιότητες στο τσεπάκι…

Βαθμολογία: 3/5

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

August: Osage County / Αύγουστος (2013)

Ο χιουμοριστικός κυνισμός κάτω από τον οποίο παρουσιάζονταν οι καταστάσεις στο «Killer Joe» του ίδιου σεναριογράφου είναι κι εδώ εν μέρει παρών και είναι αυτός που δίνει τροφή στον όποιο κωμικό χαρακτήρα της ταινίας. Φυσικά, εδώ οι χαρακτήρες αντιμετωπίζονται πολύ πιο σοβαρά και ανθρώπινα -με εξαίρεση αυτούς των μάλλον καρικατουρίστικων Julliette Lewis και Dermot Mulroney. Ο εν λόγω κυνισμός λοιπόν, που βρίσκει τον απόλυτο εκφραστή του στη Meryl Streep, σπανιότερα υπερισχύει σαν κυρίαρχη κινηματογραφική ματιά και περισσότερο λειτουργεί σαν ένδειξη δραματικής αυτοσυγκράτησης, δείχνοντας την ικανότητα του φιλμ να κοιτάξει τις δραματικές τροπές της ιστορίας του από μια ψύχραιμη και εύθυμη απόσταση. Κατά τ’ άλλα, μάλλον στη σκηνοθεσία του John Wells πρέπει να χρεωθεί μια μεγαλύτερη απ’ όσο θα άντεχε το κλίμα του φιλμ σοβαροφάνεια, την οποία ακολουθούν και οι ερμηνείες, που ελάχιστες φορές υιοθετούν κάποιον κωμικό παλμό.

Το φιλμ μοιάζει να δυσκολεύεται να βρει κινηματογραφικό προσανατολισμό μέχρι τη μέση του, κι όταν το καταφέρνει, δεν έχει το χρόνο που θα χρειαζόταν για να ολοκληρώσει δραματουργικά την ιστορία του. Από την αρχή του οδηγείται φανερά στη διάλυση των σχέσεων των ηρώων του (από τη μέση κι έπειτα πιο μεθοδικά κι απολαυστικά), καθώς όμως δεν καταλήγει τελικά σε κάποια ανασύστασή τους, στην ελπίδα αυτής ή έστω σε μια ολοκλήρωση των επί μέρους ιστοριών, αφήνει μια αίσθηση ανολοκλήρωτου. Παρόλα αυτά πάντως, η θέαση ενός τόσο εκπληκτικού καστ (ειδικά οι γυναικείες ερμηνείες είναι αριστουργηματικές) και η μελέτη, μέσω της (θεατρίζουσας) κινηματογραφικής μεθόδου του «δωματίου», των σχέσεων που εξελίσσονται ανάμεσα στους χαρακτήρες, σε συνδυασμό με το συνήθως διασκεδαστικό τους περιτύλιγμα, είναι, ειλικρινά, σκέτη απόλαυση. Και η ταινία, τελικά, αποδεικνύεται πιο συγκινητικά ανθρώπινη απ’ ό,τι θα περίμενες…

Βαθμολογία: 3/5

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Πέμπτη και 12 (2013)

Στον αντίποδα της αρρώστιας του «Greek weird wave», ο αμιγώς εμπορικός ελληνικός κινηματογράφος, εκπροσωπούμενος από την «Πέμπτη και 12», επιχειρεί να προσφέρει αυτό που ο Έλληνας σήμερα αποζητά από την κινηματογραφική του έξοδο: μια ανάλαφρα χιουμοριστική κι αισιόδοξη ματιά πάνω στην Ελλάδα της κρίσης, της ανεργίας και των αστέγων και μια ανάσα οξυγόνου από την ασφυκτική καθημερινότητα. Τόσο καλοπροαίρετες ακούγονται οι φιλοδοξίες του ντεμπούτου του Θανάση Τσαλταμπάση πίσω από την κάμερα, που είτε αφελείς είναι, είτε υποκριτικές…

Σε κάθε περίπτωση, αν επιλέξετε την «Πέμπτη και 12» ως αυτό που λέμε μια διέξοδο από τα άγχη της καθημερινότητας μέσω της τέχνης, έχετε ατυχήσει για τον απλό λόγο ότι εδώ δεν υπάρχει καμία υπόνοια τέχνης… Είναι μάλιστα στιγμές που ειλικρινά απορείς πόσο άτεχνα δημιουργημένη μπορεί να είναι μια ταινία. Έχουμε, εν τάχει, μια απίστευτα ανέμπνευστη σκηνοθεσία, ένα σενάριο που συνίσταται από μια απλή συρραφή χιλιοχρησιμοποιημένων κλισέ, απόλυτη αμηχανία στο χιούμορ, έναν Βλαδίμηρο Κυριακίδη που μάλλον βαριέται και μια παρέλαση από cameo εμφανίσεις γνωστών ηθοποιών, σχεδόν αποκλειστικά για τις οποίες μοιάζει να δημιουργήθηκε εξαρχής το φιλμ! Κι αν το τελειωτικό χτύπημα δεν έρχεται ούτε με το σχεδόν ξεκαρδιστικά άσχετο τελικό twist, είναι το απερίγραπτο theme song-ηχορύπανση στους τίτλους τέλους που σε κάνει να αισθάνεσαι λίγο πιο χαζός απ’ ό,τι πριν δεις την ταινία…

Βαθμολογία: 0.5/5

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

«Η ζωή είναι μια κωμωδία»: Συνέντευξη Τύπου για το «Μικρό Ψάρι» του Γ. Οικονομίδη

Η νέα ταινία ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες, του Γιάννη Οικονομίδη, είναι έτοιμη και οι συντελεστές της ετοιμάζουν τις βαλίτσες τους για Βερολίνο -μετά το ευχάριστο νέο πως το «Μικρό Ψάρι» θα συμμετέχει στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ, με διεθνή τίτλο «Stratos». Λίγες μέρες μετά την ανακοίνωση, την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου έγινε η συνέντευξη τύπου για την ταινία, στην οποία παρευρέθηκε για δηλώσεις ο Οικονομίδης μαζί με δέκα από τους ηθοποιούς του.
Ο Γιάννης Οικονομίδης με το συνεργείο του.
Αφού μας σύστησε λεπτομερώς τους ήρωες που αυτήν τη φορά πρωταγωνιστούν στον (γνώριμα) ζοφερό κόσμο του, ο Οικονομίδης έδωσε το λόγο στους ηθοποιούς του. Ενθουσιασμένοι για τη συμμετοχή τους στο φιλμ και για τη συνεργασία τους με τον Οικονομίδη (και τον Βαγγέλη Μουρίκη), κινήθηκαν όσον αφορά στις δηλώσεις τους σε κοινούς, βασικά, άξονες.

Εκφράστηκε σχεδόν καθολικά μια βαθιά ευγνωμοσύνη τόσο προς τον Οικονομίδη όσο και προς τον Μουρίκη (τον οποίο μάλιστα ο Γιάννης Τσορτέκης ευχαρίστησε δημοσίως), καθώς υπήρξαν δάσκαλοι για τους νέους συνεργάτες του Οικονομίδη και, για τους παλαιότερους, σημαντικά πλέον πρόσωπα στη ζωή τους.
Βαγγέλης Μουρίκης
Επίσης, σχεδόν όλοι μίλησαν για τις έντονες δυσκολίες των γυρισμάτων και, κυρίως, των προβών που προηγήθηκαν. Η απαιτητικότητα του Οικονομίδη οδήγησε πολλούς από τους ηθοποιούς σε σύγχυση. «Τι θέλει από μένα;» είχε αναρωτηθεί απελπισμένος στη διάρκεια των προβών ο Γιώργος Γιαννόπουλος. «Μας έβγαλες το λάδι!» παραπονέθηκε με περιπαιχτική διάθεση η σοπράνο Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία μάλιστα ανέφερε πως κάποια στιγμή η ψυχολογική πίεση την είχε οδηγήσει στα πρόθυρα παραίτησης. Η Πόπη Τσαπανίδου είπε πως πριν την έναρξη των προβών η αυτοπεποίθησή της ήταν εξαιρετικά υψηλή, ενώ κατά τη διάρκειά τους έφτασε στον πάτο. Τέλος, αναφέρθηκε ένα γεγονός στα γυρίσματα του «Μαχαιροβγάλτη», όπου η Μαρία Καλλιμάνη έφτασε σε ένα έντονο συναισθηματικό ξέσπασμα.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με όλες αυτές τις δυσκολίες, πάντως, είναι το γεγονός ότι τελικά φαίνεται να λειτούργησαν θετικά στις σχέσεις μεταξύ των συντελεστών, ως κοινές, δυνατές εμπειρίες. Χαρακτηριστικά, η Σόνια Θεοδωρίδου, η οποία, απ’ ό,τι φάνηκε, ήταν αυτή που δυσκολεύτηκε περισσότερο να αντεπεξέλθει στην απαιτητικότητα της διαδικασίας, ήταν ίσως και η πιο ενθουσιασμένη που της δόθηκε η ευκαιρία να παίξει στην ταινία. Δίχως να κρύβει τη συγκίνησή της, χαρακτήρισε μάλιστα την εμπειρία ως «ένα μαγικό ταξίδι». Αν τέτοιες φράσεις ακούγονται μάλλον «πυροτεχνηματικές», πάντως, και παρά τους αναμενόμενα πολλούς επαίνους μεταξύ των συντελεστών, οι σχέσεις των περισσότερων από αυτούς έδειχναν πράγματι σφιχτές και σαφώς πιο ουσιώδεις από αυτές απλών συνεργατών στα πλαίσια τυπικής εργασίας.
Στα αριστερά η Βίκυ Παπαδοπούλου
Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση του γνωστού γελοιογράφου Πέτρου Ζερβού (ο οποίος έκανε ένα σύντομο πέρασμα στον «Μαχαιροβγάλτη» και σχεδίασε και την εναλλακτική του αφίσα). Μη όντας επαγγελματίας ηθοποιός αλλά απλώς φίλος του Οικονομίδη, ο Ζερβός κατέχει τον δεύτερο μεγαλύτερο ρόλο της ταινίας, όπως περήφανα τόνισε κι ο σκηνοθέτης.

Ενδιαφέρον είχαν επίσης και οι δηλώσεις  του Γιάννη Αναστασάκη, ο οποίος, αναφερόμενος στην εργασία του στο θέατρο, μίλησε για τη δύσκολη ανάγκη της αποτίναξης των θεατρικών στοιχείων από την κινηματογραφική ερμηνεία. Τελευταίος πήρε το λόγο ο Γιάννης Βουλγαράκης (σταθερός συνεργάτης του Οικονομίδη από το «Σπιρτόκουτο»),  που ολοκλήρωσε λέγοντας αυτό ακριβώς που ένας ακροατής όλων των παραπάνω δηλώσεων είχε την ανάγκη να ακούσει: Τόνισε πόσο αληθινά και ειλικρινή ήταν όσα ειπώθηκαν…
Γιάννης Βουλγαράκης
Απαντώντας σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια, ο Γιάννης Οικονομίδης εξήγησε τη διαφορά του «Μικρού Ψαριού» από τις προηγούμενες ταινίες του. Βασικά, μίλησε για πιο σαφή δραματουργία, πλοκή και κλιμάκωση και για πιο ξεκάθαρους χαρακτήρες. Τόνισε επίσης τη συμβολή άλλων, ηθοποιών και παραγωγών, στη διαμόρφωση του φιλμ. Το σενάριο γράφτηκε σε συνεργασία -μεταξύ άλλων- με τους Βαγγέλη Μουρίκη και Χρήστο Κωνσταντακόπουλο (της Faliro House Productions), ενώ το φινάλε προήλθε από πρόταση του Michael Weber (της Γερμανικής εταιρίας παραγωγής Match Factory, η οποία συμμετέχει γα πρώτη φορά στην παραγωγή ελληνικής ταινίας).

Ο Οικονομίδης έχει δηλώσει στο παρελθόν πως θεωρεί τις ταινίες του κωμωδίες. Το γεγονός αυτό φαίνεται να παραξενεύει και τους ηθοποιούς του, αφού η Πόπη Τσαπανίδου, αναφερόμενη στις ταινίες του ως κωμωδίες, τόνισε πως «δεν το λέω εγώ ότι είναι κωμωδίες, ο Γιάννης το λέει!» Η επεξήγηση της εν λόγω δήλωσης από τον σκηνοθέτη υπήρξε κατ’ εμέ ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο ολόκληρης της συνέντευξης τύπου: «Είναι κωμωδίες με την μπαλζακική έννοια. Η ζωή δεν είναι μια κωμική τραγωδία ή μια τραγική κωμωδία; Αν την κοιτάξει κανείς από μακριά, είναι τόσο ασήμαντη, τόσο “μικρή”. Είναι μια κωμωδία».
Εμείς από την πλευρά μας ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία στον Γιάννη Οικονομίδη, φεστιβαλικά, εμπορικά και καλλιτεχνικά –αν και για το τελευταίο προσωπικά δεν έχω ιδιαίτερες αμφιβολίες…

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Kick-Ass 2 (2013)

Ο παραληρηματικός ενθουσιασμός που προκάλεσε ο διασκεδαστικότατος σουπερηρωικός «Kick-Ass» πριν από τρία χρόνια δεν έχει σβήσει ακόμα, όπως ούτε και η δίψα για σίκουελ, ακόμα κι αν η επιτυχία αυτού (χωρίς τον Matthew Vaughn στο σκηνοθετικό τιμόνι) προβλεπόταν μάλλον αδύνατη. Και δίχως να εκπλήσσει κανέναν, το σίκουελ έφτασε και η σύγκρισή του με το ορίτζιναλ δε μπορεί παρά να το ισοπεδώσει. Το «Kick-Ass 2» αποτελεί την κλασική περίπτωση συνέχειας που παίρνει τα στοιχεία που έκαναν επιτυχία στο πρώτο φιλμ, τα τραβάει στα άκρα, χωρίς όμως να επεκτείνει το κόνσεπτ εκείνου ή να προσθέτει κάτι επί της ουσίας, και απλά καταλήγει σε μια αχρείαστη μίμησή του.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Τι θα περίμενε κανείς από τη συνέχεια του «Kick-Ass»; Γέλιο; Υπάρχει. Και μάλιστα σε στιγμές το φιλμ παραπέμπει πιο άμεσα σε καθαρόαιμη κωμωδία απ’ ό,τι το πρώτο. Σάτιρα; Κάτι διασώζεται κι απ’ αυτήν. Δράση; Όχι μόνο υπάρχει αλλά είναι δυναμικότατη και καλογυρισμένη. Βία; Αυτή κι αν υπάρχει -διπλάσια από του ορίτζιναλ! Τι πηγαίνει λοιπόν στραβά; Μάλλον η ίδια η ταινία εξορισμού! Δεν υπάρχει ο ενθουσιασμός που αισθανόσουν στο πρώτο «Kick-Ass», τα συστατικά του δεν «δένουν» ικανοποιητικά στο σύνολο μιας σατιρικής περιπέτειας, τα πάντα μοιάζουν κάπως βεβιασμένα, σαν αυτό που λέμε «ξαναζεσταμένο φαγητό».

Σύντομα εξασθενεί και η αρχικά εύστοχη σάτιρα της ποπ κουλτούρας και στη θέση της απομένει ένα αδιάφορο και ενοχλητικά… κοριτσίστικο (!) subplot με πρωταγωνίστρια την πάλαι ποτέ ανελέητη HitGirl να ρέπει μάλλον σε Miley Cyrus (τουλάχιστον μέχρι μερικοί -παραδόξως σχεδόν ξεκαρδιστικοί- εμετοί να λερώσουν τις πολλές ροζ αποχρώσεις). Ταυτόχρονα, μια αδικαιολόγητα σοβαροφανής, γελοιωδώς επιδερμική και βαρετά επαναλαμβανόμενη κρίση ταυτότητας ταλαιπωρεί τη HitGirl (και το θεατή ακόμα  περισσότερο), για να της περάσει τελικά και… να πιάσει τον Kick-Ass! Αισθητή είναι επίσης και η έλλειψη κάποιου αξιοπρόσεκτου soundtrack, σε αντίθεση με την πρώτη ταινία. Πάντως, ο «κάφρικα» (υπερ)βίαιος χαβαλές προσφέρει, ομολογουμένως, το απαιτούμενο απενοχοποιημένο fun. Όταν, τουλάχιστον, δεν το παρακάνει…

Εντέλει, το «Kick-Ass 2» αντί να επαναφέρει στην οθόνη το πνεύμα του πρώτου φιλμ, μοιάζει περισσότερο με ένα βίαιο b-movie, σίγουρα διασκεδαστικό στην παρακολούθησή του, μα εξίσου λησμονήσιμο μετά το τέλος της.

Βαθμολογία: 2/5